Πλάτανος και ανεμώνα
Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας γέρικος μεγάλος πλάτανος με ρίζες βαθιές στο χώμα και μια μέρα κάτω ακριβώς από τα κλαδιά του φύτρωσε μια μικρούλα φούξια ανεμώνα που ήθελε να προφυλαχτεί από τη βροχή. Κι ήταν τόσο όμορφη που ο πλάτανος την ερωτεύτηκε αμέσως παράφορα. Εκείνη πάλι ήθελε μόνο να προστατευτεί από τη βροχή. Σιγά-σιγά λοιπόν άρχισαν να μιλούν, κι έπειτα να αποκτούν κάποια οικειότητα κι ύστερα ο πλάτανος άρχισε να γέρνει πάνω από την ανεμώνα για να την προστατεύει καλύτερα και μια φορά εκείνη ένιωσε τόσο ασφαλής που τον αγκάλιασε κιόλας με τα μικρά φούξια φύλλα της γεμάτη ευγνωμοσύνη. Έτσι περνούσε ο καιρός και ο πλάτανος έγερνε ολοένα και περισσότερο δήθεν για να προστατεύει την ανεμώνα μα στην πραγματικότητα για να την κρύβει από όποιον θα μπορούσε να του την κλέψει, κι εκείνη συνέχιζε ανέμελη να του εμπιστεύεται τις πιο μύχιες σκέψεις της. Ώσπου μια μέρα ο πλάτανος άπλωσε τα γέρικα ροζιασμένα από το χρόνο κλαδιά του και άρχισε να χαϊδεύει την ανεμώνα και ήταν τόσο παρασυρμένος από το πάθος του που δεν κατάλαβε ότι της είχε τσακίσει τον κορμό.
Αναρωτιέμαι αν μετάνιωσε ποτέ για το κακό που μου έκανε. Όχι πως έχει ιδιαίτερη σημασία αλλά κατά βάθος είναι μια μικρή δικαίωση. Μια κάποια ανακούφιση στο μίσος που με κατατρώει όλα αυτά τα χρόνια. Είναι πολύ χειρότερος ο βιασμός όταν γίνεται από εκείνον στον οποίο εμπιστεύτηκες τα πάντα. Από εκείνον που έχει κερδίσει την εμπιστοσύνη σου και την προδίδει με τον χειρότερο τρόπο. Θυμάμαι κάθε φορά που συνέβαινε, πως έπεφταν τα φύλλα μου και δάκρυα κυλούσαν από τον μικρό κορμό μου, αλλά όχι έλεγα, δεν φταίει αυτός, εγώ τον προκάλεσα όταν τον αγκάλιασα με τα φούξια φύλλα μου. Όχι έλεγα, αφού μ’ αγαπάει δεν είναι δυνατόν να μ’ εκμεταλλεύεται τόσο στυγνά. Δεν είναι δυνατόν να τρώει τα λουλούδια μου. Δεν είναι δυνατόν να με πονάει τόσο. Δεν είναι δυνατόν…
Έπειτα μια μέρα δειλά και γεμάτη φόβο, είπα να ορθώσω τον τσακισμένο μου κορμό, και να ρωτήσω γιατί, και η απάντηση που πήρα ήταν πως τα δέντρα που έχουν αρσενική φύση σκέφτονται πάντα μ’ αυτήν.
Δεύτερη πληγή το σύνολο. Το υποψιαζόμουν πάντα πως κανείς δεν ήταν αθώος, αλλά μετά από εκείνη την ερμηνεία των πραγμάτων κατέληξα να κοιτάζω τα αρσενικά δέντρα με καχυποψία κι έπειτα με επιθετικότητα και ακόμη πιο μετά με καθαρή οργή. Έπρεπε πάση θυσία να κρατήσω ένα κομμάτι μου αγνό και αμόλυντο από αυτόν τον τρόμο, από αυτά τα τέρατα που προσποιούνταν πως ήθελαν να μ’ αγκαλιάσουν αλλά στην πραγματικότητα ή μάλλον στη δική μου πραγματικότητα ήθελαν απλώς να με κατασπαράξουν. Να τραφούν από τα συναισθήματα που τώρα πια είχα μάθει καλά να κρύβω και ύστερα να μου πουν πως έφταιγα εγώ που πονούσα. Πως εγώ τάχα τους είχα περάσει λάθος μήνυμα.
Ύστερα πήγα και κρύφτηκα μόνη μου σ’ ένα βάζο, σ’ ένα μέρος πού ούτε ο ήλιος μπορούσε να με δει και το φούξια χρώμα των φύλλων μου άρχισε να ξεθωριάζει και να ξεθωριάζει ώσπου απέμεινε ένα απαίσιο, φριχτό ροζ, που σε τίποτα δεν θύμιζε εκείνη την ανέμελη, γεμάτη ζωή και συναισθήματα φούξια ανεμώνα μου. Αλλά ήμουν ήρεμη. Κανένας δεν μπορούσε να με βρει. Κανένας δεν ασκούσε εξουσία επάνω μου. Κανείς δεν ήθελε τίποτα από εμένα. Κανείς δεν θα επέτρεπα να με αγγίξει. Ούτε ο ήλιος, ούτε ο Θεός, ούτε κάποιο από τα δέντρα του δάσους. Όλους τους μισώ ,έλεγα. Όλους τους σιχαίνομαι.
Μα ήρθε ο καιρός που μου έλειψε το χορτάρι, οι άλλες ανεμώνες και κυρίως η ζωή και τότε αποφάσισα να γυρίσω πίσω στο δάσος. Στεκόμουν καλύτερα στα πόδια μου τώρα αλλά το μίσος μου για τα δέντρα παρέμενε. Μόνο που τώρα σκεφτόμουν ότι όχι δεν επρόκειτο να με τρομάξουν ξανά κι έτσι ενώ εκείνοι προσπαθούσαν να μου πιάσουν την κουβέντα, εγώ έμενα σιωπηλή και έκανα πως δεν τους έβλεπα. Ντρέπονται να σου μιλήσουν όταν δεν τους βλέπεις, ή θυμώνουν. Όπως και να ‘χει, εγώ σωπαίνω.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου