Κυριακή 11 Μαΐου 2014

                           Ο Κύριος με τα Χρυσάνθεμα

 
                                                    Κεφάλαιο Ένα
    
«Είδα χτες ένα όνειρο. Περίεργο όνειρο. Ήμουν εγώ μα και δεν ήμουν. Έμοιαζε να είναι κάποιος άλλος, μα ούτε κι αυτή ήταν η σωστή απάντηση. Ποιος ήταν λοιπόν; Ή μήπως η σωστή ερώτηση είναι ποιος είμαι; Ποιος είμαι αναρωτιέμαι γεμάτος αγωνία και κάπως έτσι ξεκίνησα να γράφω ετούτο το βιβλίο.
Στην αρχή φοβόμουν, είναι αλήθεια. Δεν ήθελα να μιλήσω για κείνον. Για όλα όσα υπήρξαμε ή γιαυτά που είχαμε ζήσει. Κι έπειτα νομίζω πως δεν μπορούσα. Έμοιαζε σαν να μην υπήρχε τίποτα να πω. Τουλάχιστον τίποτα που να τον ξεχώριζε από εμένα. Τίποτα που να έδειχνε πως υπήρξαμε δυο.  
Μέχρι τώρα λοιπόν, είχα προσπαθήσει πολλές φορές να γράψω αυτή την ιστορία για τον κύριο με τα Χρυσάνθεμα αλλά εκείνος δεν μάφηνε, είτε εγώ δεν τα κατάφερνα να μπω στο μυαλό του. Ο κύριος με τα Χρυσάνθεμα. Αυτός που δεν λέει πολλά και ίσως δεν έχει σταλήθεια τίποτα να πει. Του λείπουν οι εμπειρίες. Και οι λέξεις. Πάντα το σκάει όταν οι άλλοι περιμένουν να μιλήσει. Αινιγματικός λένε και είναι. Παράξενος και εγωκεντρικός ή απλά ανασφαλής; Όπως και να χει του έχω αφιερώσει πολύ από τον χρόνο μου προκειμένου να τον καταλάβω. Προκειμένου να γράψω γιαυτόν. Κι εκείνος πάντα με απογοητεύει. Ποτέ δεν κάνει αυτό που του ζητάω. Έτσι και τότε λοιπόν. Τριάντα χρόνια, έξι μήνες και εφτά ημέρες πριν, εγώ είχα γράψει γιαυτόν την αρχή ενός μεγάλου έρωτα κι εκείνος μου γύρισε την πλάτη και το έβαλε στα πόδια.
Είναι φορές που σκέφτηκα να τον σβήσω τελείως από τα χαρτιά μου, να μην ασχοληθώ ξανά μαζί του. Αλλά είναι το δημιούργημά μου και δεν μπορώ να τον εγκαταλείψω τόσο απλά. Συχνά τον παρακολουθώ να κόβει βόλτες στο μυαλό μου γεμάτος αγωνία για το μέλλον. Τότε είναι που προσπαθώ και πάλι να του δώσω μια κατεύθυνση, αλλά εκείνος με αγνοεί επιδεικτικά. Και μου φωνάζει πως όλα εμπόδια βάζω στο δρόμο του γιατί δεν θέλω την ευτυχία του. Όμως αυτό δεν είναι αλήθεια. Θέλω όσο τίποτε άλλο την ευτυχία του. Μα εκείνος δεν μπόρεσε ποτέ να την αναγνωρίσει όταν την είχε. Μου φωνάζει ακόμη πως ποτέ δεν του έδωσα αγάπη κι αυτό είναι ψέμα. Όταν την είχε στάθηκε ανάξιος να την εκτιμήσει και γιαυτό την έχασε. Αλλά είναι πιο εύκολο να αποποιείται τα λάθη και τους συμβιβασμούς που έκανε. Να λέει πως τον ανάγκασα εγώ να πάρει διαφορετικό δρόμο από εκείνον που ήθελε και όχι πως είναι ένας δειλός. Ακόμη και τώρα που πλησιάζει τα εξήντα, παραμένει δειλός.
Είναι πολλά τα χρόνια που προσπαθώ να γράψω ένα βιβλίο για εκείνον. Αν δεν αντιστεκόταν τόσο, μπορεί και να τα είχα καταφέρει. Όμως όσες φορές κι αν προσπάθησα να γράψω κάτι συγκλονιστικό, να κάνω τη ζωή του ενδιαφέρουσα, εκείνος γίνεται προβλέψιμος, βαρετός, ανόητος. Ο Κύριος με τα χρυσάνθεμα.
Γιατί αυτό επέλεξε να είναι. Μια σκιά, χωρίς καν ένα όνομα. Ζει στο περιθώριo μιας σελίδας και συμπεριφέρεται σαν να μην είναι ο κεντρικός ήρωας του βιβλίου.
Σαν να είναι απλά ένας παρατηρητής. Πάντα τρομαγμένος, πάντα νευρικός, ακροβατεί μεταξύ ύπαρξης και ανυπαρξίας. Ακόμη και τα λουλούδια που έχει διαλέξει να κρατάει δηλώνουν μια θλίψη, μοναξιά. Είναι λουλούδια που ο κόσμος επιλέγει για να στολίζει τους τάφους των νεκρών. Κι αυτό ακριβώς είναι που φοβάμαι. Πως πέθανε πριν το καταλάβω. Πριν μπορέσω να το εμποδίσω. Πριν του μάθω να ζει.

Σήμερα τον παρατηρώ, είναι κάπως αναστατωμένος. Κάνει διαρκώς κύκλους γύρω από μια καρέκλα και ψιθυρίζει κάτι που δεν μπορώ νακούσω. Σε λίγο κουλουριάζεται στο κρεβάτι του σαν μωρό κι αρχίζει να κλαίει. Θα ήθελα πολύ να μπορούσα να μπω μέσα στο κεφάλι του, να καταλάβω τι τον βασανίζει τόσο. Πιο πολύ θα ήθελα όμως να με αφήσει να τον παρηγορήσω. Να τον πάρω από το χέρι και να τον βγάλω από αυτή την παρωδία που έχει επιλέξει να ζει. Μα αυτός σηκώνεται, σκουπίζει τα δάκρυα του κι ύστερα κάνοντας εκείνο το οριστικό, το ένα βήμα, βρίσκεται και πάλι στο περιθώριο της σελίδας


«Σε ονειρεύτηκα πάλι χτες. Μα ήταν πάλι ένα όνειρο δίχως νόημα. Μονάχα ένιωθα την αγωνία σου, που σιγάσιγά περνούσε και στο δικό μου αίμα. Κι ένιωθα κουρασμένος. Τόσα πολλά χρόνια. Τόσες πολλές αναμνήσεις. Όλα ήθελα να τα ξεχάσω. Και για πρώτη φορά ήθελα να ζήσω. Ελεύθερος
Γιατί πάντοτε ήμουν η μαριονέτα σου. Ένα κουκλάκι από χαρτί, μέσα σένα τετράδιο, κι εσύ τραβούσες τα σχοινιά για να στρίβω κατά που ήθελες. Μέχρι που κάποτε σε πήρε ο ύπνος, και τότε σαν μωρό που κάνει τα πρώτα του βήματα, σύρθηκα δειλά στην αρχή, κι έπειτα άρχισα να περπατάω με τα δικά μου πόδια. Ποτέ δεν θα ξεχάσω εκείνο το συναίσθημα αυτής της πρώτης αποστασίας. Έκτοτε, αγόραζα πάντα ένα μπουκέτο χρυσάνθεμα για να κρύβομαι πίσω από αυτά. Για να με μπερδεύεις με εκείνους τους ήρωες σου που είχαν από καιρό πεθάνει ώστε να καταφέρω να ζήσω. Βαρετά και συμβιβασμένα, ναι, αλλά με τη δική μου βούληση. Αντιήρωας, μοναχικός, μονόχνοτος, αλλά εγώ. Κι εσύ που ποτέ δεν καταλαβαίνεις γιατί σου χαλάω τα μεγαλεπήβολα σχέδια σου να φουντώνεις από οργή.
Ποτέ δεν μπόρεσες να με καταλάβεις. Ίσως γιαυτό να είμαι ακόμη ζωντανός, κι όχι ένα ακόμη σκονισμένο βιβλίο στο ράφι της ατελείωτης βιβλιοθήκης σου. Ποτέ δεν μπόρεσες να καταλάβεις γιατί προτιμούσα να ζω στα περιθώρια της σελίδας σου, ενώ μπορούσα να έχω όλα τα φώτα στραμμένα επάνω μου. Αυτό όμως που δεν ξέρεις, είναι πως όταν εσύ κοιμόσουν εγώ ξέφευγα κι από αυτά ακόμη τα στενά σου περιθώρια κι ένιωθα επιτέλους πως είναι να έχεις σάρκα και οστά.
Έγραφα κι εγώ ξέρεις. Αλλά έγραφα για μένα. Ποτέ δεν προσπάθησα να ορίσω με λέξεις τη ζωή ενός άλλου. Το παρελθόν του και το μέλλον του. Ποτέ δεν ήμουν η μοίρα κανενός. Εκτός ίσως, τραγική ειρωνεία, από εσένα. Από εσένα που έδεσες τη ζωή σου μαζί μου, σένα αέναο παιχνίδι. Να προσπαθείς να με υποτάξεις κι εγώ να βρίσκω πάντα τρόπο να σου ξεφύγω. Και η περιβόητη αγάπη σου, για εμένα ένα μεγάλο ψέμα είναι. Πάντα βάζεις εμπόδια στο δρόμο μου για να σκοτώνεις σαδιστικά τη δική σου ανία μαζί με τη δική μου ελπίδα. Γιατί εσύ που καμώνεσαι πως όλα τα ξέρεις, παριστάνεις πως δεν ακούς όταν λέω πως δεν φτάνει μόνο να μπορείς να αναγνωρίσεις την ευτυχία όταν την βρεις. Πρέπει και να μπορείς να την αντέξεις.                                
Σήμερα όμως η μέρα είναι διαφορετική. Σήμερα αποφάσισα να πάψω να κρύβομαι πίσω από τα χρυσάνθεμα μου. Κι αφού έκλαψα πολύ, αποφάσισα πως ήρθε η ώρα να πάψω να φοβάμαι. Να πάψω να ακροβατώ μεταξύ ζωής και θανάτου και να επιλέξω. Έστω και τώρα. Έστω και στα εξήντα μου χρόνια.
Κουρνιάζω λοιπόν ήσυχα στο περιθώριο της σελίδας σου και περιμένω την ώρα που θα στρέψεις το βλέμμα σου αλλού για να χαθώ μια για πάντα από τη σκιά σου.»....


Ένα μικρό απόσπασμα από το πρώτο κεφάλαιο του Κυρίου με τα Χρυσάνθεμα.

Πέμπτη 1 Μαΐου 2014



Μια φορά κι έναν καιρό στο βυθό...

Μία φόρα κι έναν καιρό, στον βυθό τηs θάλασσαs, ζούσε ένα μικρό ψαράκι, που επειδή έλαμπε ονομαζόταν φωτεινόψαρο. Εξαιτίας τηs λάμψης του αυτήs, το φωτεινόψαρο κρυβόταν πάντοτε σε μια σκοτεινή σπηλιά και ζούσε μόνο του, επειδή δεν άντεχε να το περιεργάζονται. Τα βράδια λοιπόν, το μικρό φωτεινόψαρο περίμενε να κοιμηθούν
όλοι για να μπορέσει να κοιτάξει τον ουρανό και ονειρευόταν πως κάποτε, θα
μπορούσε να ταξιδέψει ως εκεί όπου κανείς δεν θα το θεωρούσε περίεργο
ή αλλοπρόσαλλο, ωs εκεί που δε θα χρειαζόταν πια να κρύβεται και να είναι
τόσο μόνο.            
         Ένα από αυτά τα βράδια λοιπόν, που το φωτεινόψαρο της ιστορίας μαs κοιτούσε τον ουρανό, είδε ένα αστέρι να πέφτει κι αμέσως ευχήθηκε να μπορούσε να έχει ένα φίλο. Έπειτα, πήρε πάλι το δρόμο τηs επιστροφήs στη σκοτεινή σπηλιά του. Ώρεs αργότερα ξύπνησε από έναν ύπνο γεμάτο όνειρα εξαιτίας ενόs δυνατού τραγουδιού και με μεγάλη έκπληξη αντίκρισε απέναντι του ένα φωτεινό αστέρι. Ένα αστέρι που μια μέρα αποφάσισε να ταξιδέψει και πηδώντας από τον ουρανό βρέθηκε στη θάλασσα.
         Το φωτεινόψαρο της ιστορίας μας, ένιωσε πως μάλλον προτιμούσε για σύντροφο κάποιον σαν κι αυτό, που να ξέρει πως είναι να είσαι φωτεινόψαρο, όταν όμως κοίταξε καλύτερα το αστέρι απέναντι του, σκέφτηκε ότι ένα αστέρι στο βυθό, ήταν μάλλον το ίδιο ξένο και μόνο όσο ένα φωτεινόψαρο κι έπειτα θα μπορούσε να του πει ιστορίες για κόσμους μακρινούς και διαφορετικούς,που το ίδιο ίσως  να μην επισκεπτόταν ποτέ. 
Με τον καιρό το φωτεινόψαρο αγάπησε το αστέρι και το αστέρι το φωτεινόψαρο, όμως κάθε φορά που το αστέρι ζητούσε από το φωτεινόψαρο να δουν μαζί τον κόσμο έξω από την σπηλιά κι εκείνο δίσταζε, εκείνη η διαφορά που στην αρχή φαινόταν μικρή, γινόταν ολοένα και πιο μεγάλη. Ένα αστέρι δυσκολευόταν να καταλάβει ένα μικρό φωτεινόψαρο,που
κρυβόταν σε μια σκοτεινή σπηλιά στο βυθό κι ένα φωτεινόψαρο, δυσκολευόταν να καταλάβει ένα αστέρι, που είχε συνηθίσει να ζει στον ουρανό και να το κοιτούν και να το θαυμάζουν όλοι.
         Υπήρχαν βράδια που το αστέρι και το φωτεινόψαρο κοιτούσαν τον ουρανό και η καρδιά του αστεριού πλημμύριζε από νοσταλγία για την παλιά του ζωή και καθώς διηγούταν στο φωτεινόψαρο ιστορίες από τα ταξίδια του, εκείνο ένιωθε πανικό στην ιδέα ότι κάποια στιγμή θα έπρεπε να μείνει ξανά μόνο του και πιο δυστυχισμένο από ποτέ.
Μέρα και νύχτα το φωτεινόψαρο ζούσε μ’ αυτόν το φόβο κι ενώ αναζητούσε έναν τρόπο για να κρατήσει για πάντα κοντά του το αστέρι, ένα πρωί που εκείνο σκεφτόταν πάλι να ταξιδέψει το φωτεινόψαρο σκέφτηκε ότι ο μόνος τρόπος για να εμποδίσει το αστέρι να φύγει από κοντά του, ήταν να το καταπιεί. Για μια και μοναδική στιγμή τα μάτια του φωτεινόψαρου έλαμψαν στη σκέψη πως είχε βρει την οριστική λύση στο πρόβλημα του, κι έτσι, χωρίς να διστάσει ούτε στιγμή,κατάπιε το ανυποψίαστο αστέρι για να το κρατήσει για πάντα κοντά του.
Για λίγο καιρό το φωτεινόψαρο ζούσε ευτυχισμένο στη σπηλιά του γνωρίζοντας ότι ποτέ ξανά δεν θα χρειαζόταν να είναι μόνο και την ευτυχία του αυτή τίποτα στον κόσμο δεν μπορούσε να την χαλάσει. Μα καθώς ο καιρός περνούσε και το κλάμα του αστεριού ακουγόταν πιο σπάνια, η σιωπή άρχισε πάλι να γίνεται αβάσταχτη για το μικρό ψαράκι και μια δυστυχία μεγαλύτερη από πριν γέμισε την καρδιά του. Με τον καιρό η μεγάλη αγάπη που το φωτεινόψαρο ένιωθε για το αστέρι έγινε οργή. Κάθε βράδυ πλέον, όταν δοκίμαζε να βγει από τη σπηλιά του, όπως παλιά, για να κοιτάξει τον ουρανό, το φως του ήταν τόσο εκτυφλωτικό πια, που στο βυθό της θάλασσας ξημέρωνε κι όλα τα ψάρια θύμωναν μαζί του και το χτυπούσαν. Και κάθε φορά που δοκίμαζε να μιλήσει στο αστέρι η μόνη απάντηση που έπαιρνε ήταν ένα δυνατό χτύπημα στο στομάχι του, που αύξανε τον πόνο και τη δυστυχία του και μετέτρεπε την οργή του σε μίσος και τότε, εντελώς έξαλλο και εκτός εαυτού, χτυπούσε από τοίχο σε τοίχο και φώναζε στο αστέρι πως τα είχε καταφέρει, πως ήταν ένα τώρα οι δυο τους και πως τίποτα δεν θα το άλλαζε αυτό και το αστέρι απαντούσε με άλλη μια κλωτσιά στο στομάχι του φωτεινόψαρου,και οι μέρες κυλούσαν η μια μετά την άλλη με τον ίδιο τρόπο, ώσπου κάποτε εξαντλήθηκαν και οι δυo. Το αστέρι σταμάτησε πια να προσπαθεί να ελευθερωθεί και το φωτεινόψαρο κρυβόταν όπως πάντα στη σκοτεινή σπηλιά του, γεμάτο πληγές και πιο τρομαγμένο από ποτέ. 
              

Πέρασαν κι άλλες μέρες και κάποτε οι πληγές στο σώμα του μικρού ψαριού έκλεισαν και το αστέρι συνέχιζε να σιώπα και το φωτεινόψαρο άρχισε πάλι να ασφυκτιά κλεισμένο στη σκοτεινή σπηλιά του, ώσπου ένα πρωί αποφάσισε ότι αφού δεν μπορούσε πια να βγαίνει έξω τη νύχτα, θα δοκίμαζε να βγει από τη σπηλιά του τη μέρα. Πράγματι το επόμενο πρωινό το φωτεινόψαρο πήρε μια βαθιά ανάσα, έκλεισε τα μάτια του και βγήκε για πρώτη φορά στη ζωή του στο φως της ημέρας και ενώ περίμενε ότι τα άλλα ψάρια θα άρχιζαν να του φωνάζουν και να το χτυπούν, δεν συνέβη απολύτως τίποτα κι εκείνο τότε άνοιξε σιγά-σιγά τα μάτια του και κατάλαβε ότι στο φως της μέρας έμοιαζε πια με όλα τα υπόλοιπα ψάρια.
Η χαρά που ένιωσε ήταν τόσο μεγάλη που, χωρίς να το σκεφτεί καθόλου, άρχισε να περιφέρεται στο βυθό και να κοιτάζει τα πάντα γύρω του με τόσο ενθουσιασμό, που στο τέλος χάθηκε. Ma αντί να τρομάξει, όπως θα συνέβαινε παλιότερα, εκείνο τώρα ήταν τρισευτυχισμένο, και όλο μιλούσε και αστειευόταν με ψάρια που για πρώτη φορά στη ζωή του αντίκριζε, κι όλο ξεχνούσε πως είχε ακόμη στην κοιλιά του το αστέρι, κι όλο ξεχνούσε πως η ώρα περνούσε και πως σε λίγο θα γινόταν πάλι για όλους εκείνο το μικρό, ενοχλητικό ψαράκι που όταν νύχτωνε ενοχλούσε τους πάντες με το φως του.
Εντωμεταξύ, στην κοιλιά του φωτεινόψαρου το αστέρι που έβραζε από θυμό, βρήκε την κατάλληλη ευκαιρία να εκδικηθεί το φωτεινόψαρο για ότι του είχε κάνει. Έτσι, ενώ εκείνο μιλούσε και γελούσε αμέριμνο με τους καινούργιους του φίλους, το αστέρι έβγαλε μια τρομερή κραυγή από την κοιλιά του φωτεινόψαρου κι όλα τα ψάρια φοβήθηκαν τόσο πολύ, που έτρεξαν αμέσως να κρυφτούν.
Για μια στιγμή το φωτεινόψαρο έμεινε ακίνητο στη θέση του αδυνατώντας να καταλάβει τι είχε μόλις συμβεί κι έπειτα άρχισε να τρέχει όσο πιο γρήγορα μπορούσε, γιατί κατάλαβε πως είχε τρομάξει τα ψάρια τόσο πολύ,που σίγουρα θα το κυνηγούσαν όλα μαζί μόλις θα συνέρχονταν από την αρχική τρομάρα.
Έτσι λοιπόν, έμεινε πάλι μόνο του κι είχε πια αρχίσει να απελπίζεται βλέποντας πως είχε ήδη αρχίσει να νυχτώνει χωρίς ακόμη να έχει βρει μέρος να κρυφτεί. Στον αντίποδα, το αστέρι έπλεε σε πελάγη ευτυχίας έχοντας πάρει την εκδίκηση του, μόνο που, προσπαθούσε να αγνοήσει εκείνη τη φωνούλα που βούιζε διαρκώς μεσ’ στ’ αυτιά του φωνάζοντας του πως είχε χάσει τη μοναδική του ευκαιρία να φωνάξει βοήθεια και να ελευθερωθεί, όχι επειδή ήθελε τόσο πολύ να εκδικηθεί, αλλά γιατί κατά βάθος ήθελε μονάχα να εμποδίσει το φωτεινόψαρο να αποκτήσει καινούργιους φίλους. Ήθελε να είναι το φωτεινόψαρο αποκλειστικά δικό του και καθόλου δεν ήθελε στ’ αλήθεια να ελευθερωθεί.
Εντωμεταξύ, το φωτεινόψαρο, που ακόμη έτρεχε για να ξεφύγει από τα άλλα ψάρια, είχε χαθεί τελείως στο βυθό, όταν είδε ξαφνικά μπροστά του ένα βυθισμένο πλοίο που από μακριά φαινόταν στολισμένο με χιλιάδες πολύχρωμα φωτάκια και πιο πέρα κοχύλια και παντού φωτάκια.
Όσο κι αν ήταν δειλό το μικρό ψαράκι, έμεινε εκστασιασμένο μπροστά στο όμορφο θέαμα κι ούτε για μια στιγμή δεν προσπάθησε να κρυφτεί, ούτε καν το σκέφτηκε. Μόνο πλησίασε σίγα-σίγα για να δει καλύτερα τα φώτα. Και τότε με μεγάλη έκπληξη αντίκρισε μπροστά του χιλιάδες μικρα ψαράκια που ήταν ολόιδια μ’ εκείνο και η καρδιά του άρχισε να χτυπάει σαν τρελή από χαρά.
Κι όπως καθόταν εκεί χωρίς κανένας να του δίνει σημασία, θυμήθηκε που πάντα ονειρευόταν να βρει ένα μέρος όπου κανείς δεν θα το θεωρούσε περίεργο ή αλλοπρόσαλλο. Έπειτα θυμήθηκε τη μέρα που είχε βρει στη σπηλιά του το αστέρι και πόσο πολύ το είχε αγαπήσει, και ακόμη, πόσο πολύ είχε φοβηθεί πως θα το χάσει και δάκρυα πλημμύρισαν τα μάτια του και έκλαψε για τη μοναξιά του που δεν θα είχε κρατήσει τόσο πολύ αν είχε δείξει λίγη γενναιότητα. Έκλαψε ακόμη πολύ για ό,τι κακό είχε κάνει στον μοναδικό φίλο που είχε ποτέ αποκτήσει, αλλά και για τα σημάδια που είχαν αφήσει οι πληγές που μόνο του είχε ανοίξει στο σώμα του και στο τέλος έκλαψε πιο πολύ, γιατί τόσα χρόνια μόνο του, είχε πιστέψει πως η μοναξιά του ήταν το τίμημα που έπρεπε να πληρώσει γιατί ήταν το πιο ξεχωριστό από όλα τα πλάσματα του βυθού.

Όταν σταμάτησε πια να κλαίει το  μικρό ψαράκι, το πρώτο πράγμα που σκέφτηκε ήταν πως έπρεπε να ελευθερώσει το αστέρι. Βρήκε λοιπόν ένα μέρος αρκετά σκοτεινό για να κρυφτεί, κι αμέσως άνοιξε το στόμα του, ελευθέρωσε το αστέρι κι ετοιμαζόταν να απολογηθεί για ό,τι κακό είχε κάνει, μα έμεινε άφωνο μόλις άκουσε το αστέρι να διαμαρτύρεται επειδή το είχε αφήσει ελεύθερο. Το φωτεινόψαρο ξαφνιάστηκε τόσο,που το μόνο που μπόρεσε να πει στο αστέρι ήταν πως τώρα ήταν ελεύθερο να πάει όπου ήθελε. Όμως το αστέρι φώναζε πως δεν μπορούσε να πάει πουθενά τώρα, γιατί ήταν κουτσό,και ισχυριζόταν πως είχε χτυπήσει άσχημα το πόδι του την ώρα που το φωτεινόψαρο  αποφάσισε να το καταπιεί. Το φωτεινόψαρο που ποτέ πριν δεν είχε προσέξει πως το αστέρι κούτσαινε, παραδέχτηκε αμέσως την ενοχή του και η καρδιά του γέμισε με τόσες τύψεις που ορκίστηκε να μείνει για πάντα κοντά στο αστέρι και να μην πάψει ποτέ να το φροντίζει.                                   
Στο άκουσμα αυτής της υπόσχεσης το αστέρι ικανοποιήθηκε τόσο, που σταμάτησε να γκρινιάζει. Για λίγο σκέφτηκε πως ήταν απόλυτα ευτυχισμένο, αφού είχε πλέον καταφέρει όλα όσα πάντοτε ονειρευόταν, και το μόνο που ονειρευόταν το αστέρι, ήταν να έχει κάποιον δίπλα του που να του είναι απόλυτα αφοσιωμένος, κάποιον που να το φροντίζει συνέχεια και που να είναι για αυτόν το μοναδικό αστέρι στον κόσμο. Γι’ αυτό άλλωστε το είχε σκάσει από τον ουρανό. Γιατί ο ουρανός ήταν γεμάτος από αστέρια.

Έτσι λοιπόν, οι μέρες κυλούσαν, το φωτεινόψαρο βρισκόταν πάλι σε μια σκοτεινή σπηλιά κι ένιωθε και πάλι υπερβολικά μόνο του, αφού, παρόλο που είχε ακόμη κοντά του το αστέρι, τίποτα δεν ήταν πια όπως παλιά. Τώρα σπάνια έβγαιναν πια από τη σπηλιά γιατί το αστέρι διαρκώς διαμαρτυρόταν για το πόδι του που πονούσε, κι αν καμιά φορά το φωτεινόψαρο  κατάφερνε να βρει κάποια δικαιολογία για να το σκάσει για λίγο, το αστέρι δεν σταματούσε να κλαίει και να παραπονιέται, πως δεν του έφτανε που ήταν κουτσό, μα επιπλέον ήταν και τόσο άτυχο, ώστε κανείς να μην το αγαπά κι έτσι να αναγκάζεται να μένει συνέχεια μόνο του. 
Καμιά φορά τα βράδια, όταν το αστέρι επιτέλους κοιμόταν το φωτεινόψαρο ξεγλιστρούσε για λίγο από τη σπηλιά του και κρυφοκοιτούσε κρυμμένο πίσω από μια πετρούλα πως ζούσαν τα άλλα φωτεινόψαρα κι όλο αναρωτιόταν πως είχε συμβεί και είχε ζήσει τόσο καιρό μακριά τους, που δεν είχε καν υποψιαστεί την ύπαρξη τους. Κι όμως, παρόλο που το μόνο που ονειρευόταν πια ήταν να βρεθεί κοντά τους, ήταν αποφασισμένο να πληρώσει για το κακό που είχε κάνει στο αστέρι, θυσιάζοντας ακόμη και το μοναδικό του όνειρο.
Και ο καιρός περνούσε κι όλα έμεναν ίδια. Το αστέρι γινόταν όλο και πιο δύστροπο και το φωτεινόψαρο όλο και πιο δυστυχισμένο και σιγά-σιγά το φως και των δυο εξασθενούσε. Που και που, το φωτεινόψαρο μιλούσε γι’ αυτά που σκεφτόταν σ’ εκείνη την πετρούλα πίσω από την οποία κρυβόταν για να κοιτάξει τα άλλα φωτεινόψαρα και μια φορά προσπάθησε να μιλήσει και στο αστέρι και του είπε πως πίστευε ότι είχε χτυπήσει το πόδι του όταν πήδηξε από τον ουρανό, μα το αστέρι θύμωσε πάρα πολύ γιατί δεν καταλάβαινε πως τολμούσε το φωτεινόψαρο να το αποκαλεί ψεύτη, όταν μάλιστα, ο λόγος που είχε πηδήξει από τον ουρανό, ήταν γιατί είχε ακούσει την ευχή του εκείνο το βράδυ. Έτσι το φωτεινόψαρο δεν είπε τίποτα άλλο, γιατί κατάλαβε πως η συζήτηση δεν μπορούσε να κάνει τα πράγματα καλύτερα και σιγά-σιγά έμαθε να χαμογελάει και να δείχνει ευτυχισμένο ακόμη κι όταν ένιωθε απελπισμένο μήπως και μ’ αυτόν τον τρόπο το αστέρι άλλαζε και γινόταν πάλι όπως παλιά. 
Όμως, όλες του οι προσπάθειες έφερναν το αντίθετο αποτέλεσμα, γιατί όταν το αστέρι έβλεπε το φωτεινόψαρο να χαμογελά, έβαζε τα κλάματα γιατί πίστευε πως χαιρόταν για το πόδι του που πονούσε, και όταν πάλι το φωτεινόψαρο ήταν θλιμμένο, το αστέρι το κατηγορούσε πως λυπόταν που ήταν αναγκασμένο να μένει μαζί του και να το φροντίζει.
Που και που, το φωτεινόψαρο σκεφτόταν πως έπρεπε να το σκάσει και να ζήσει επιτέλους ελεύθερο, μα μετά κοιτούσε το αστέρι και σκεφτόταν πως ίσως να μην τα κατάφερνε μόνο του, κι αμέσως άλλαζε γνώμη, κι όπως έμοιαζαν πια και τα δυο σαν ένα απλό χρυσόψαρο κι έναν κοινό αστερία κλεισμένα σε μια γυάλα, το μικρό ψαράκι ένιωθε πως η μέρα που τα άλλα ψάρια θα ανακάλυπταν την ύπαρξη τους δεν ήταν μακριά και καμιά φορά τρόμαζε στη σκέψη πως είχε αγαπήσει και φροντίσει πολύ το αστέρι, μα είχε αποτύχει στο ν’ αγαπήσει και να φροντίσει τον εαυτό του. Έπειτα, κοιτούσε εκείνο το μικρό σκαμνάκι που είχε δέσει στην πλάτη του για να στηρίζει το αστέρι το κουτσό του πόδι και σκεφτόταν, πως όταν ο καιρός θα περάσει τα ψάρια που θα έρχονται και θα μας κοιτάζουν, δεν θα μπορούν να φανταστούν πως το αστέρι είχε κάποτε ένα κουτσό πόδι, αλλά εμένα έλεγε… εμένα θα με κοιτούν, θα βλέπουν εκείνο το μικρό, το ανεπαίσθητο εξόγκωμα στην πλάτη μου κι ύστερα θα λένε:” Τι κρίμα! Ένα τόσο όμορφο ψαράκι να γεννηθεί με μια μικρή καμπούρα!”.                         

ΥΓ: Σ’αγαπώ. Κάτι μέσα μου φωνάζει πως πρέπει να φύγω όμως εγώ σ’ αγαπώ. Κι εκείνη τη φωνή που βουίζει διαρκώς μέσα στ’ αυτιά μου, δεν θέλω να την ακούσω!
Και δεν θέλω να δω!
Ούτε θέλω να ξέρω!
Κι είναι μια τρύπα σ’ ένα τοίχο και μπορώ να χώσω το κεφάλι μου εκεί.
Κι είναι καλά.
Είναι σκοτάδι.
Και δεν βλέπω.
Και δεν ακούω,
αλλά είναι σκοτάδι και ζέστη και το κεφάλι μεγαλώνει κι όταν θα γίνω κεφάλας, αν δεν σφηνώσει για πάντα εκεί στον τοίχο θα ‘ναι πολύ μεγάλο βάρος για τους μικρούς λεπτούς μου ώμους.
                                                                                                                                                                       

Παρασκευή 25 Απριλίου 2014


                         Πλάτανος και ανεμώνα
Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας γέρικος μεγάλος πλάτανος με ρίζες βαθιές στο χώμα και μια μέρα κάτω ακριβώς από τα κλαδιά του φύτρωσε μια μικρούλα φούξια ανεμώνα που ήθελε να προφυλαχτεί από τη βροχή. Κι ήταν τόσο όμορφη που ο πλάτανος την ερωτεύτηκε αμέσως παράφορα. Εκείνη πάλι ήθελε μόνο να προστατευτεί από τη βροχή. Σιγά-σιγά λοιπόν άρχισαν να μιλούν, κι έπειτα να αποκτούν κάποια οικειότητα κι ύστερα ο πλάτανος άρχισε να γέρνει πάνω από την ανεμώνα για να την προστατεύει καλύτερα και μια φορά εκείνη ένιωσε τόσο ασφαλής που τον αγκάλιασε κιόλας με τα μικρά φούξια φύλλα της γεμάτη ευγνωμοσύνη. Έτσι περνούσε ο καιρός και ο πλάτανος έγερνε ολοένα και περισσότερο δήθεν για να προστατεύει την ανεμώνα μα στην πραγματικότητα για να την κρύβει από όποιον θα μπορούσε να του την κλέψει, κι εκείνη συνέχιζε ανέμελη να του εμπιστεύεται τις πιο μύχιες σκέψεις της. Ώσπου μια μέρα ο πλάτανος άπλωσε τα γέρικα ροζιασμένα από το χρόνο κλαδιά του και άρχισε να χαϊδεύει την ανεμώνα και ήταν τόσο παρασυρμένος από το πάθος του που δεν κατάλαβε ότι της είχε τσακίσει τον κορμό.

Αναρωτιέμαι αν μετάνιωσε ποτέ για το κακό που μου έκανε. Όχι πως έχει ιδιαίτερη σημασία αλλά κατά βάθος είναι μια μικρή δικαίωση. Μια κάποια ανακούφιση στο μίσος που με κατατρώει όλα αυτά τα χρόνια. Είναι πολύ χειρότερος ο βιασμός όταν γίνεται από εκείνον στον οποίο εμπιστεύτηκες τα πάντα. Από εκείνον που έχει κερδίσει την εμπιστοσύνη σου και την προδίδει με τον χειρότερο τρόπο.  Θυμάμαι κάθε φορά που συνέβαινε, πως έπεφταν τα φύλλα μου και δάκρυα κυλούσαν από τον μικρό κορμό μου, αλλά όχι έλεγα, δεν φταίει αυτός, εγώ τον προκάλεσα όταν τον αγκάλιασα με τα φούξια φύλλα μου. Όχι έλεγα, αφού μ’ αγαπάει δεν είναι δυνατόν να μ’ εκμεταλλεύεται τόσο στυγνά. Δεν είναι δυνατόν να τρώει τα λουλούδια μου. Δεν είναι δυνατόν να με πονάει τόσο. Δεν είναι δυνατόν
Έπειτα μια μέρα δειλά και γεμάτη φόβο, είπα να ορθώσω τον τσακισμένο μου κορμό, και να ρωτήσω γιατί, και η απάντηση που πήρα ήταν πως τα δέντρα που έχουν αρσενική φύση σκέφτονται πάντα μ’ αυτήν.
Δεύτερη πληγή το σύνολο. Το υποψιαζόμουν πάντα πως κανείς δεν ήταν αθώος, αλλά μετά από εκείνη την ερμηνεία των πραγμάτων κατέληξα να κοιτάζω τα αρσενικά δέντρα με καχυποψία κι έπειτα με επιθετικότητα και ακόμη πιο μετά με καθαρή οργή. Έπρεπε πάση θυσία να κρατήσω ένα κομμάτι μου αγνό και αμόλυντο από αυτόν τον τρόμο, από αυτά τα τέρατα που προσποιούνταν πως ήθελαν να μ’ αγκαλιάσουν αλλά στην πραγματικότητα ή μάλλον στη δική μου πραγματικότητα ήθελαν απλώς να με κατασπαράξουν. Να τραφούν από τα συναισθήματα που τώρα πια είχα μάθει καλά να κρύβω και ύστερα να μου πουν πως έφταιγα εγώ που πονούσα. Πως εγώ τάχα τους είχα περάσει λάθος μήνυμα.
Ύστερα πήγα και κρύφτηκα μόνη μου σένα βάζο, σένα μέρος πού ούτε ο ήλιος μπορούσε να με δει και το φούξια χρώμα των φύλλων μου άρχισε να ξεθωριάζει και να ξεθωριάζει ώσπου απέμεινε ένα απαίσιο, φριχτό ροζ, που σε τίποτα δεν θύμιζε εκείνη την ανέμελη, γεμάτη ζωή και συναισθήματα φούξια ανεμώνα μου. Αλλά ήμουν ήρεμη. Κανένας δεν μπορούσε να με βρει. Κανένας δεν ασκούσε εξουσία επάνω μου. Κανείς δεν ήθελε τίποτα από εμένα. Κανείς δεν θα επέτρεπα να με αγγίξει. Ούτε ο ήλιος, ούτε ο Θεός, ούτε κάποιο από τα δέντρα του δάσους. Όλους τους μισώ ,έλεγα. Όλους τους σιχαίνομαι.
Μα ήρθε ο καιρός που μου έλειψε το χορτάρι, οι άλλες ανεμώνες και κυρίως η ζωή και τότε αποφάσισα να γυρίσω πίσω στο δάσος. Στεκόμουν καλύτερα στα πόδια μου τώρα αλλά το μίσος μου για τα δέντρα παρέμενε. Μόνο που τώρα σκεφτόμουν ότι όχι δεν επρόκειτο να με τρομάξουν ξανά κι έτσι ενώ εκείνοι προσπαθούσαν να μου πιάσουν την κουβέντα, εγώ έμενα σιωπηλή και έκανα πως δεν τους έβλεπα. Ντρέπονται να σου μιλήσουν όταν δεν τους βλέπεις, ή θυμώνουν. Όπως και ναχει, εγώ σωπαίνω.