Κυριακή 11 Μαΐου 2014

                           Ο Κύριος με τα Χρυσάνθεμα

 
                                                    Κεφάλαιο Ένα
    
«Είδα χτες ένα όνειρο. Περίεργο όνειρο. Ήμουν εγώ μα και δεν ήμουν. Έμοιαζε να είναι κάποιος άλλος, μα ούτε κι αυτή ήταν η σωστή απάντηση. Ποιος ήταν λοιπόν; Ή μήπως η σωστή ερώτηση είναι ποιος είμαι; Ποιος είμαι αναρωτιέμαι γεμάτος αγωνία και κάπως έτσι ξεκίνησα να γράφω ετούτο το βιβλίο.
Στην αρχή φοβόμουν, είναι αλήθεια. Δεν ήθελα να μιλήσω για κείνον. Για όλα όσα υπήρξαμε ή γιαυτά που είχαμε ζήσει. Κι έπειτα νομίζω πως δεν μπορούσα. Έμοιαζε σαν να μην υπήρχε τίποτα να πω. Τουλάχιστον τίποτα που να τον ξεχώριζε από εμένα. Τίποτα που να έδειχνε πως υπήρξαμε δυο.  
Μέχρι τώρα λοιπόν, είχα προσπαθήσει πολλές φορές να γράψω αυτή την ιστορία για τον κύριο με τα Χρυσάνθεμα αλλά εκείνος δεν μάφηνε, είτε εγώ δεν τα κατάφερνα να μπω στο μυαλό του. Ο κύριος με τα Χρυσάνθεμα. Αυτός που δεν λέει πολλά και ίσως δεν έχει σταλήθεια τίποτα να πει. Του λείπουν οι εμπειρίες. Και οι λέξεις. Πάντα το σκάει όταν οι άλλοι περιμένουν να μιλήσει. Αινιγματικός λένε και είναι. Παράξενος και εγωκεντρικός ή απλά ανασφαλής; Όπως και να χει του έχω αφιερώσει πολύ από τον χρόνο μου προκειμένου να τον καταλάβω. Προκειμένου να γράψω γιαυτόν. Κι εκείνος πάντα με απογοητεύει. Ποτέ δεν κάνει αυτό που του ζητάω. Έτσι και τότε λοιπόν. Τριάντα χρόνια, έξι μήνες και εφτά ημέρες πριν, εγώ είχα γράψει γιαυτόν την αρχή ενός μεγάλου έρωτα κι εκείνος μου γύρισε την πλάτη και το έβαλε στα πόδια.
Είναι φορές που σκέφτηκα να τον σβήσω τελείως από τα χαρτιά μου, να μην ασχοληθώ ξανά μαζί του. Αλλά είναι το δημιούργημά μου και δεν μπορώ να τον εγκαταλείψω τόσο απλά. Συχνά τον παρακολουθώ να κόβει βόλτες στο μυαλό μου γεμάτος αγωνία για το μέλλον. Τότε είναι που προσπαθώ και πάλι να του δώσω μια κατεύθυνση, αλλά εκείνος με αγνοεί επιδεικτικά. Και μου φωνάζει πως όλα εμπόδια βάζω στο δρόμο του γιατί δεν θέλω την ευτυχία του. Όμως αυτό δεν είναι αλήθεια. Θέλω όσο τίποτε άλλο την ευτυχία του. Μα εκείνος δεν μπόρεσε ποτέ να την αναγνωρίσει όταν την είχε. Μου φωνάζει ακόμη πως ποτέ δεν του έδωσα αγάπη κι αυτό είναι ψέμα. Όταν την είχε στάθηκε ανάξιος να την εκτιμήσει και γιαυτό την έχασε. Αλλά είναι πιο εύκολο να αποποιείται τα λάθη και τους συμβιβασμούς που έκανε. Να λέει πως τον ανάγκασα εγώ να πάρει διαφορετικό δρόμο από εκείνον που ήθελε και όχι πως είναι ένας δειλός. Ακόμη και τώρα που πλησιάζει τα εξήντα, παραμένει δειλός.
Είναι πολλά τα χρόνια που προσπαθώ να γράψω ένα βιβλίο για εκείνον. Αν δεν αντιστεκόταν τόσο, μπορεί και να τα είχα καταφέρει. Όμως όσες φορές κι αν προσπάθησα να γράψω κάτι συγκλονιστικό, να κάνω τη ζωή του ενδιαφέρουσα, εκείνος γίνεται προβλέψιμος, βαρετός, ανόητος. Ο Κύριος με τα χρυσάνθεμα.
Γιατί αυτό επέλεξε να είναι. Μια σκιά, χωρίς καν ένα όνομα. Ζει στο περιθώριo μιας σελίδας και συμπεριφέρεται σαν να μην είναι ο κεντρικός ήρωας του βιβλίου.
Σαν να είναι απλά ένας παρατηρητής. Πάντα τρομαγμένος, πάντα νευρικός, ακροβατεί μεταξύ ύπαρξης και ανυπαρξίας. Ακόμη και τα λουλούδια που έχει διαλέξει να κρατάει δηλώνουν μια θλίψη, μοναξιά. Είναι λουλούδια που ο κόσμος επιλέγει για να στολίζει τους τάφους των νεκρών. Κι αυτό ακριβώς είναι που φοβάμαι. Πως πέθανε πριν το καταλάβω. Πριν μπορέσω να το εμποδίσω. Πριν του μάθω να ζει.

Σήμερα τον παρατηρώ, είναι κάπως αναστατωμένος. Κάνει διαρκώς κύκλους γύρω από μια καρέκλα και ψιθυρίζει κάτι που δεν μπορώ νακούσω. Σε λίγο κουλουριάζεται στο κρεβάτι του σαν μωρό κι αρχίζει να κλαίει. Θα ήθελα πολύ να μπορούσα να μπω μέσα στο κεφάλι του, να καταλάβω τι τον βασανίζει τόσο. Πιο πολύ θα ήθελα όμως να με αφήσει να τον παρηγορήσω. Να τον πάρω από το χέρι και να τον βγάλω από αυτή την παρωδία που έχει επιλέξει να ζει. Μα αυτός σηκώνεται, σκουπίζει τα δάκρυα του κι ύστερα κάνοντας εκείνο το οριστικό, το ένα βήμα, βρίσκεται και πάλι στο περιθώριο της σελίδας


«Σε ονειρεύτηκα πάλι χτες. Μα ήταν πάλι ένα όνειρο δίχως νόημα. Μονάχα ένιωθα την αγωνία σου, που σιγάσιγά περνούσε και στο δικό μου αίμα. Κι ένιωθα κουρασμένος. Τόσα πολλά χρόνια. Τόσες πολλές αναμνήσεις. Όλα ήθελα να τα ξεχάσω. Και για πρώτη φορά ήθελα να ζήσω. Ελεύθερος
Γιατί πάντοτε ήμουν η μαριονέτα σου. Ένα κουκλάκι από χαρτί, μέσα σένα τετράδιο, κι εσύ τραβούσες τα σχοινιά για να στρίβω κατά που ήθελες. Μέχρι που κάποτε σε πήρε ο ύπνος, και τότε σαν μωρό που κάνει τα πρώτα του βήματα, σύρθηκα δειλά στην αρχή, κι έπειτα άρχισα να περπατάω με τα δικά μου πόδια. Ποτέ δεν θα ξεχάσω εκείνο το συναίσθημα αυτής της πρώτης αποστασίας. Έκτοτε, αγόραζα πάντα ένα μπουκέτο χρυσάνθεμα για να κρύβομαι πίσω από αυτά. Για να με μπερδεύεις με εκείνους τους ήρωες σου που είχαν από καιρό πεθάνει ώστε να καταφέρω να ζήσω. Βαρετά και συμβιβασμένα, ναι, αλλά με τη δική μου βούληση. Αντιήρωας, μοναχικός, μονόχνοτος, αλλά εγώ. Κι εσύ που ποτέ δεν καταλαβαίνεις γιατί σου χαλάω τα μεγαλεπήβολα σχέδια σου να φουντώνεις από οργή.
Ποτέ δεν μπόρεσες να με καταλάβεις. Ίσως γιαυτό να είμαι ακόμη ζωντανός, κι όχι ένα ακόμη σκονισμένο βιβλίο στο ράφι της ατελείωτης βιβλιοθήκης σου. Ποτέ δεν μπόρεσες να καταλάβεις γιατί προτιμούσα να ζω στα περιθώρια της σελίδας σου, ενώ μπορούσα να έχω όλα τα φώτα στραμμένα επάνω μου. Αυτό όμως που δεν ξέρεις, είναι πως όταν εσύ κοιμόσουν εγώ ξέφευγα κι από αυτά ακόμη τα στενά σου περιθώρια κι ένιωθα επιτέλους πως είναι να έχεις σάρκα και οστά.
Έγραφα κι εγώ ξέρεις. Αλλά έγραφα για μένα. Ποτέ δεν προσπάθησα να ορίσω με λέξεις τη ζωή ενός άλλου. Το παρελθόν του και το μέλλον του. Ποτέ δεν ήμουν η μοίρα κανενός. Εκτός ίσως, τραγική ειρωνεία, από εσένα. Από εσένα που έδεσες τη ζωή σου μαζί μου, σένα αέναο παιχνίδι. Να προσπαθείς να με υποτάξεις κι εγώ να βρίσκω πάντα τρόπο να σου ξεφύγω. Και η περιβόητη αγάπη σου, για εμένα ένα μεγάλο ψέμα είναι. Πάντα βάζεις εμπόδια στο δρόμο μου για να σκοτώνεις σαδιστικά τη δική σου ανία μαζί με τη δική μου ελπίδα. Γιατί εσύ που καμώνεσαι πως όλα τα ξέρεις, παριστάνεις πως δεν ακούς όταν λέω πως δεν φτάνει μόνο να μπορείς να αναγνωρίσεις την ευτυχία όταν την βρεις. Πρέπει και να μπορείς να την αντέξεις.                                
Σήμερα όμως η μέρα είναι διαφορετική. Σήμερα αποφάσισα να πάψω να κρύβομαι πίσω από τα χρυσάνθεμα μου. Κι αφού έκλαψα πολύ, αποφάσισα πως ήρθε η ώρα να πάψω να φοβάμαι. Να πάψω να ακροβατώ μεταξύ ζωής και θανάτου και να επιλέξω. Έστω και τώρα. Έστω και στα εξήντα μου χρόνια.
Κουρνιάζω λοιπόν ήσυχα στο περιθώριο της σελίδας σου και περιμένω την ώρα που θα στρέψεις το βλέμμα σου αλλού για να χαθώ μια για πάντα από τη σκιά σου.»....


Ένα μικρό απόσπασμα από το πρώτο κεφάλαιο του Κυρίου με τα Χρυσάνθεμα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου